Χωριό του Δήμου Ιτάνου που απέχει από την Σητεία 18 χλμ. και 24 από το Παλαίκαστρο. Συγκοινωνεί μ' αυτήν με δρόμο από τα Μετόχια (Ρούσσα Εκκλησία - Μιτάτο - Καρύδι) ή από διακλάδωση του δρόμου Παλαικάστρου - Άνω Ζάκρου κοντά στους Αδραβάστους. Η παρακαμπτήρια αυτή έχει μήκος γύρω στα 8 χλμ.
Λέγεται πως την ονομασία του οφείλει σε πλάκα με ανάγλυφη παράσταση κλάδου καρυδιάς με καρπούς που βρέθηκε στην θέση Κουτσουνάρα. Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν έδρα ομώνυμου Δήμου με 14 ακόμα χωρία στην περιοχή του. Από το Καρύδι κατάγεται και ο ιστοριοδίφης, ιδρυτής και πρώτος Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης Νικόλαος ι. Παπαδάκης (1870-1941). Δέν αναφέρεται στην Ενετική απογραφή του 1553 αλλά σημειώνεται σε γεωγραφικούς χάρτες της ίδιας εποχής και σε συμβολαιογραφικές πράξεις.
Στην περιοχή δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές, αλλά από τα τυχαία ευρήματα το πιο σημαντικό είναι θαυμάσιος πέτρινος πέλεκυς που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ηρακλείου.
Δύο σπουδαία σπήλαια υπάρχουν στην περιφέρεια του Καρυδίου, με ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης, το Κατωφύγι στη θέση Λιμνιόλακκος και ο Περιστεράς στη θέση Πλατύβολο
Ο Περιστεράς είναι ένα από τα σημαντικότερα σπήλαια της Κρήτης και βρίσκεται 2-3
χλμ. ανατολικά του χωριού και 300 μ. βόρεια του αμαξωτού δρόμου. Το υψόμετρο στην είσοδο είναι 540 μ.
Το σπήλαιο διανοίγεται σε Ιουρασικό ασβεστόλιθο. Είναι του τύπου του σπηλαιοβαράθρου, αφού στο χαμηλότερο τμήμα του η υψομετρική διαφορά από την είσοδο είναι 63 μ. Η είσοδος έχει πλάτος 23,5 μέτρα και ύψος 12 μέτρα. Μεγάλη πτώση βράχων δεν επιτρέπει την εξονυχιστική έρευνα.
Μετά την είσοδο περνά κανείς σε πολύ μεγάλη αίθουσα μήκους 80 μ. μεγίστου πλάτους 35 μ. και ύψος 2-12 μ. Στενή δίοδος στο βάθος αριστερά οδηγεί ύστερα από απότομη κάθοδο 4 μ. σε σειρά τοξοειδών θαλάμων που καταλήγουν στο αριστερό τμήμα της μεγάλης αίθουσας. Οι θάλαμοι Α και Β έχουν πλούσιο λιθοματικό διάκοσμο από σταλαγμίτες, σταλακτίτες και στήλες. Στούς θαλάμους Γ και Δ βρέθηκαν ανθρώπινα οστά και ίχνη κατοίκησης. Από τα όστρακα φαίνεται πως το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε από την Υστερομινωική περίοδο ως την Πρωτομινωική και τα βυζαντινά χρόνια.
από το βιβλίο του Ν. Παπαδάκη, αρχαιολόγου: ΣΗΤΕΙΑ, 2000.